skip to Main Content
Ίδια τα μάτια τους, δρόμοι…

Καθόταν εκεί σε μια γωνιά, όπως όλοι κι όλες που νιώθουν πως δεν χωράνε στο κάδρο της ζωής, της κοινωνίας, αυτού που πιστεύουν πως με τιμή ζούμε οι υπόλοιποι, οι “εμείς”, οι “καθωσπρέπει”. Καθόταν εκεί στη γωνία, με το βλέμμα του γυρισμένο προς τον τοίχο πίσω του που τον βάσταζε σαν να ήταν το μόνο στέρεο στη ζωή αυτή που τον συγκρατεί όρθιο στον κόσμο μας. Και κοιτούσε τον τοίχο, τον χάιδευε και τον κοιτούσε. Σαν να ήταν άλλος καθρέφτης που θα αποφαινόταν πως μπροστά του έχει τον πιο όμορφο όπως μας έμαθαν κι ίσως τον έμαθαν και τα παραμύθια. Κι ο τοίχος τον έγδερνε… Μιλούσε στον τοίχο. Μάλλον όχι, να σου πω καλύτερα πως του κελαηδούσε. Πράγματι αυτό έκανε. Σαν να έψαχνε το σπίτι του, τη “φωλιά” του, το κλαδί του. Κουρελής, άπλυτος, με μακρύ μαλλί πιασμένο κότσο πίσω και κρυμμένα στο καπέλο που κάποιος του είχε χαρίσει, κάπου το βρήκε. Κάπου χαμένος, κάπου πάλι να βρήκε τον εαυτό του. Σε έναν δικό του χωροχρόνο. Τον πλησίασα και του μίλησα.

“Γειά σου, με λένε Γιώργο. Μπορώ να σε βοηθήσω; Θες κάτι να φας;”

Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Χριστέ μου, τι βλέμμα βαθύ κουβαλούν οι άνθρωποι του δρόμου. Ίδια τα μάτια τους, δρόμοι. Λες και έχουν καταπιεί τους ατελείωτους δρόμους που περιδιαβαινουν. Λες και έχουν ρουφήξει όλο το σκοτάδι που ζουν. Με κοίταξε, μου χαμογέλασε και ψιθύρισε κάτι που πιστεύω πως όλα τα πουλιά της γης αν το ακούσουν, θα έχουν χάσει τη λαλιά τους. Μαζί κι οι άνθρωποι…

“Ας πούμε πως κι εμένα με λένε Γιώργο. Για σήμερα. Ξέρεις τι θα ήθελα; Να φάω ένα πιάτο ζεστό. Οτιδήποτε. Μπορείς;”

Πράγματι, μπορώ; Μπορούμε; Να προσφέρουμε αυτό το πιάτο το ζεστό; Μας έμεινε άραγε ζέστη να συνάξουμε να χτίζουμε τη ζέστη στις καρδιές τους; Θεέ μου, πόση ψύχρα μας φυλάς ακόμη; Πόσους χειμώνες να στοιβάξουμε στα σώματα μας;

Του κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά. Πήγα και του πήρα μια σούπα ζεστή, καυτή. Να τον ζεστάνει ίσα με τον κάθε παγωμένο κρύσταλλο που του κληροδοτήσαμε. Εμείς οι “εμείς”. Του την έδωσα χαϊδεύοντας τα χέρια του. Άγρια. Σαν φλοιός ξερός δέντρου. Ίσως να έχει γδαρθεί χρόνια τώρα προσπαθώντας να ισορροπήσει σε κλαδιά… Είθε να βρει τη δική του γωνιά και να την φτιάξει σε ένα κέντρο. Στο κέντρο μας. Στις καρδιές μας.

του Τανασκίδη Αλέξανδρου