skip to Main Content
Homeless Youth

Άργησα να γράψω, αλλά έτσι κάνω πάντα. Έχω μια ιδέα, την καταχωνιάζω στην άκρη του μυαλού μου, αποστασιοποιούμαι, την ξεθάβω, να σιγουρευτώ ότι ζει, την ξαναφήνω στην ησυχία της να ωριμάσει…

Έτσι συνέβη και με το street.

Όμορφη ιδέα… Γιατί όχι… Ίσως πάλι όχι… Μα τι μπορώ να προσφέρω, εδώ δε μπορώ καλά καλά να βοηθήσω εμένα… Ας  το δοκιμάσω!

Διαφορετική Αθήνα, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετική ματιά. Τα είχα ξαναδεί όλα αυτά. Και τους δρόμους, που είχα χαθεί πολλές φορές να τους μάθω, και τους ανθρώπους πάνω τους, που δεν ήθελα να τους μάθω. ¨Όχι από αδιαφορία, από φόβο. Φόβος για μια άγνωστη πλευρά του κόσμου μας, που κανείς δεν εξηγεί, κανείς δε συζητάει, κανείς δεν αγγίζει…

Κούτες, στοίβες  από πράγματα που μυρίζουν άσχημα, ναρκωτικά, αρρώστιες, πορνεία και κυρίως πρόσωπα που μου φαίνονταν όλα ίδια καθώς τα προσπερνούσα.

Γεμάτη αμφιβολίες και λίγο άγχος, έφτασα στο σημείο συνάντησης  με την υπόλοιπη ομάδα, που ελάχιστα ήξερα. Περίμενα να τους βρω να κουβαλούν πράγματα, που θα μοιράζαμε στους αστέγους, αντί για αυτό, συνάντησα ανθρώπους που κουβαλούσαν τα χαμόγελά τους και ένα κομμάτι της  ουσίας τους, πρόθυμοι να το μοιράσουν, όπως συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, χωρίς καμία επίγνωση της γενναιοδωρίας  και της γενναιότητάς τους.

Δεν ρώτησα τίποτα εκείνο το βράδυ για το streetwork. Απλώς περπατούσα μαζί τους και τους παρατηρούσα, προσπαθώντας να βρω το δικό μου ρόλο στην ομάδα.  Φανταζόμουν ότι θα κάναμε τους υπερήρωες, ότι θα σώζαμε μαγικά  αυτούς τους ανθρώπους. Το μόνο όμως που κάναμε, ήταν να τους μιλάμε… μπερδεύτηκα! Δεν έχουν τίποτε απολύτως και εμείς το μόνο που κάνουμε, είναι να τους μιλάμε. Τι σόι βοήθεια είναι αυτή; Γνωρίζω την αξία της ψυχοθεραπείας, αλλά δεν έμοιαζε να είναι άμεση ανάγκη τους και αυτό που κάναμε δε θύμιζε σε τίποτα θεραπεία.

Τότε ο Τάσος πρότεινε να πάω μαζί του στην προσέγγιση μιας άστεγης γυναίκας, ως παρατηρητής.  Αυτό που άκουσα ήταν μια ανάλαφρη συζήτηση μεταξύ δυο παλιών γνωστών. Ακούγοντάς τους, συνειδητοποίησα ότι αυτό που κάνουμε, δεν είναι απλώς να τους μιλάμε, αλλά να τους ακούμε επίσης. Τους προσφέραμε κάτι, που όλοι μας χρειαζόμαστε κάποιες φορές, έναν άνθρωπο να σπάσει τη σιωπή της μοναξιάς, έστω και λίγο. Να νοιαστεί, να ενδιαφερθεί και να μας ακούσει, ακόμη και αν δε μπορεί να λύσει τα προβλήματά μας. Να μοιραστούμε!

Γύρισα σπίτι κουρασμένη, μια γλυκιά κούραση που σε βυθίζει σε λήθαργο. Η τελευταία μου σκέψη ήταν ότι  το να μπορώ να μοιράζομαι, είναι αρκετό προς το παρόν και για μένα και για τους άλλους.

 

Της Τατιάνας Μπαγιάι – Ψυχολόγος/ Eιδική Παιδαγωγός